Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

Ίσως

Tη στιγμή ακριβώς που ο φασισμός κερδίζει έδαφος στις συνειδήσεις των ανθρώπων σε παγκόσμιο επίπεδο καταδεικνύοντας την πνευματική φτώχεια που σπάρθηκε στον πλανήτη, εμείς ως Έλληνες βυθιζόμαστε σε ζοφερό σκοτάδι. Παρακολουθείς στα social media ότι ακόμη και οι ως εχθές αισιόδοξες φωνές έχουν αρχίσει να βγάζουν κραυγές αγωνίας και απόγνωσης.

Το παιχνίδι δείχνει να έχει χαθεί κατα κράτος και η συντριβή φαντάζει ως ο μοναδικός όρος να αντικατοπτρίσει αυτό που συμβαίνει στην Ελληνική κοινωνία. Τα media πλήρως ενορχηστρωμένα, πολιτικές σταδιακής αποσύνθεσης, ο ΣΥΡΙΖΑ όσο πλησιάζουν οι εκλογές τόσο περισσότερο πείθει για την φιλελεύθερη στροφή του, η απόγνωση ο θυμός και η οργή κυριαρχούν στην καθημερινότητα μας.  Η σιωπή και το μούδιασμα έχουν τον πρώτο λόγο, η αποχή από τα κοινά τον δεύτερο. Η φαινομενική ησυχία μεταφράζεται με όρους του χθες σαν παράδοση άνευ όρων.

Επαναλαμβάνω, με όρους του χθες. Αν κυκλοφορήσεις όμως εκεί έξω διαπιστώνεις ότι η κοινωνία ανασυντάσσεται. Μια νέα γενιά με νέα όπλα βράζει από δημιουργικότητα και δίψα για ελευθερία. Οι καινούριες ιδέες ξεπηδάνε σαν τα μανιτάρια και η θέληση για μάχη φουντώνει.

Και ο κοινός νους ως μεγάλος στρατηγός ίσως αποφάσισε ότι δεν θα πάει σε μια μάχη απέναντι σε ζόμπι με κλόπς που δεν μπορεί να κερδίσει. Ίσως η μάχη να δοθεί σε διαφορετικό γήπεδο... εντός έδρας... λέω ίσως...

Η νέα τάξη πραγμάτων επιτίθεται με έναν πραγματικά καινούριο και αδυσώπητο τρόπο. Δεν πυροβολεί πια την σάρκα σου, πυροβολεί τα όνειρα σου.

Όσο ο περιφερόμενος θίασος ανεβάζει τις παραστάσεις του στους enikous και λοιπούς μεγαλοτιποτάδες, όσο πρώτο θέμα γίνονται οι άνθρωποι που συνεθλίβησαν από το σύστημα και απέμεινε μέσα τους μόνο το κτήνος, τόσο μια κοινωνία σκεπτόμενων ανθρώπων από κάτω ετοιμάζεται. Δεν ξέρει ούτε τι ούτε πως. Ξέρει όμως πως τη σωστή ώρα θα είναι έτοιμη.

Δεν θα θυμίζει κάτι που ξέρουμε, δεν θα θυμίζει κάτι που ίσως να έχουμε φανταστεί. Στο τέλος της ημέρας όμως θα έχουν κερδίσει οι Άνθρωποι και ο καθένας θα έχει ακριβώς την θέση που του αξίζει.

Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

Μια στιγμή τα χρόνια

Και θες να πατήσεις το stop μα δε γίνεται. Κάποιος ξήλωσε τα κουμπιά. Η έστω το pause. 

Έτσι για λίγο να παρατείνεις τη γλυκιά στιγμή που ξέρεις πως θα περάσει και θ αφήσει μόνο ίχνη. Κι ο χρόνος θα περνά και το ίχνος όλο θα απλώνει και θα διαλύεται. Όπως τα καύσιμα των αεροπλάνων. Θα πάψει να είναι συμπαγής, θα αναλυθεί σε κομμάτια, θα εξαφανιστεί. 

Κι εσύ θα στέκεις απλώνοντας τα χέρια στο κενό, βλέποντας την να παραδίδει το τίποτα στο πάντα. Να δίνει τη θέση της στη ζωή που πάνω της ταξιδεύεις κουβαλώντας τις αναμνήσεις σου. Κι όσο στο ατέρμονο παιχνίδι όλα περνούν και χάνονται, όσο τα χρόνια γεμίζουν το τσουβάλι σου εσύ προχωράς δίχως να κάτσεις στην άκρη, δίχως να πάψεις να κινείσαι στο υδάτινο άρμα. 

Το βήμα σου πια καθυστερεί. Είναι ο βηματισμός της νύχτας που τα κάνει όλα πιο δύσκολα και πιο καθαρά. Παρατηρείς καλύτερα πια, η θαμπάδα έφυγε απ το βλέμμα σου. Η αλήθεια έστεκε πάντα εκεί. 

Και όσο ο χρόνος σου μικραίνει τόσο περισσότερο τον θυσιάζεις για να τη δεις. Τι ειρωνεία. Ένα express τα χρόνια, μια στιγμή ανάμεσα σε δισεκατομμύρια ζωές. Σου χτυπά την πόρτα και σε βγάζει έξω στην αδυσώπητη μάχη να κονταροχτυπηθείς με τον εαυτό σου. Κάποιος θα χάσει. Η εσύ η Εσύ.

Κάνε την μάχη να αξίζει.

Κυριακή, 16 Μαρτίου 2014

To σαμπουάν

Άνοιξε την πόρτα και βγήκε απ το σπίτι μουδιασμένος. Ο μεσημεριανός ήλιος τον τύφλωσε. Έψαξε το κεφάλι του μα τα γυαλιά του δεν ήταν εκεί. Είχε ήδη κατέβει τις σκάλες και δεν είχε κανένα σκοπό να ξανακάνει την διαδρομή μέχρι το διαμέρισμα του. Πήρε το δρόμο για την έβγα, ανάμεσα σε κόσμο που γύριζε ή πήγαινε στη δουλειά του. Δεν τον ένοιαζε που όλοι τον κοιτούσαν. Έφτασε και μπήκε μέσα σε κατάσταση παροξυσμού που επιτέλους θα έβρισκε κάτι να βρέξει το στόμα του. Άπραξε ένα μπουκάλι, πλήρωσε με τα χάλκινα και βγήκε σα σίφουνας. Είχε σβήσει πια το τσιγάρο, οι περαστικοί δεν τον κοιτούσαν. Άνοιξε την πόρτα της πολυκατοικίας και αρχικά κατευθύνθηκε προς το ασανσέρ για να συνειδητοποιήσει σύντομα ότι είναι χαλασμένο εδώ και μια εβδομάδα. Έσυρε το κορμί του με τις σκάλες για τέσσερις ορόφους. Φτάνοντας η ανάβαση είχε πάρει στο μυαλό του διαστάσεις έβερεστ και έτσι θεώρησε ότι του άξιζε η λιχουδιά που μόλις είχε αγοράσει. Άνοιξε το μπουκάλι και το έφερε στο στόμα του. Μονομιάς έφτυσε τα πάντα τριγύρω. Σάλια και φούσκες τρέχαν από το στόμα του.

“Όχι ρε πούστη, πάλι το σαμπουάν έπιασα”

Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2014

Η παρακμή χορηγός εις τους αιώνες

Τον Αύγουστο Κορτω δεν τον συμπαθώ. Ούτε αυτόν ούτε και το λογοτεχνικό του και όχι μόνο παρεάκι. Άλλωστε, ας μην κρυβόμαστε, η τέχνη στην Ελλάδα ακολουθεί τους κανόνες και την στάθμη του κοινωνικού συνόλου. Πολιτισμός χωρίς πολίτες δεν υπάρχει. Πάντα σ αυτές τις περιπτώσεις μου έρχεται στο μυαλό ο Ντίνος Χριστιανόπουλος. Είτε σου αρέσει είτε όχι, είτε τον γουστάρεις είτε όχι, η δήλωση του ότι είναι τόση η κατάντια της Ελλάδας που οι μεγαλύτεροι εν ζωή ποιητές είμαστε εγώ και η Δημουλά σε αναγκάζει να του βγάλεις το καπέλο.

Ο Δήμος Βερύκιος απ την άλλη είναι ένας άνθρωπος του οποίου η επαγγελματική στάθμη και ποιότητα με ανάγκαζε κάθε φορά που τον έβλεπα όλα αυτά τα χρόνια, να βάζω τα γέλια. Ακολουθώντας πιστά τον συρφετό της Ελληνικής δημοσιογραφίας θα μπορούσε εύκολα να έχει μεταπηδήσει στην πολιτική από χρόνια. Μην σου πω να είναι και υπουργός. Θα μπορούσε να ανήκει στην σημερινή γενιά πολιτικών. Αυτών των οποίων το εγκεφαλογράφημα είναι ευθεία γραμμή.

Για γέλια και για κλάματα. Η μάλλον μόνο για κλάματα. Γιατί διαπιστώνω ότι όλα αυτά τα χρόνια έπρεπε να κλαίω και όχι να γελάω. Ίσως έτσι να ήταν διαφορετικά τα πράγματα. 

Στο λάκο που ζούμε ο καθένας λέει πως κάνει οτι δουλεία του καπνίσει, χτίζει και ένα κόσμο γύρω απ αυτό και μετά αναμετράτε με τους υπόλοιπους τριγύρω για το ποιος είναι η μεγαλύτερη κουράδα. Και καθόμαστε εμείς να παρακολουθούμε.

Ο Αύγουστος Κορτω μια ή δύο μέρες πριν το ξέρασμα του Βερύκιου Onair είχε δηλώσει για την έκδοση του βιβλίου του Κουφοντίνα: 
"Βέβαια, αν όλοι οι εκδοτικοί οίκοι γύριζαν την πλάτη στον Κουφοντίνα και απέρριπταν το βιβλίο του αναφανδόν, δεν θα επρόκειτο για στέρηση ελευθερίας του λόγου, αλλά για αξιοπρέπεια του εκδοτικού κόσμου. Φεύ, η ξετσιπωσιά και η φιλαργυρία έχουν τον πρώτο λόγο"

Ενώ στην επιστολή που ανακοινώνει ότι θα κινηθεί δικαστικά εναντίον του Βερίκυου λίγο αργότερα λέει:
"Κι άλλοτε πάλι, όταν ο λόγος γίνεται όπλο για απρόκλητη επίθεση, προσβολή και ισοπέδωση της προσωπικότητας και του έργου ενός ανθρώπου μόνο και μόνο επειδή τυχαίνει να ανήκει σε μια μειονότητα, τότε το εκπεφρασμένο, ρατσιστικό μίσος στρέφεται ενάντια σε κάθε άτομο που προσπαθεί να διεκδικήσει την προσωπική του ελευθερία και την αξιοπρεπή του μεταχείριση από το κράτος και τους συνανθρώπους του"

Απλά για να τα ξεκαθαρίζουμε. Αν αύριο μεθαύριο ο Βερύκιος γίνει Υπουργός της φασίζουσας κυβέρνησης μας και ανακοινώσει ότι θα πάψουν να εκδίδονται βιβλία από gay συγγραφείς, δε θα έχει απέναντι του τον Κορτώ που "στο όνομα και τη μνήμη των γενναίων ανδρών και γυναικών που αγωνίστηκαν για την ελευθερία που μπορώ και απολαμβάνω σήμερα, και για την αποφυγή περαιτέρω στοχοποίησης και θυματοποίησης αθώων συνανθρώπων μου, προσφεύγω στη δικαιοσύνη".

Θα έχει απέναντι του εμένα (ίσως κι εσένα) που πιστεύει πως το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια και την ελευθερία του λόγου είναι σε ΟΛΟΥΣ. Όχι μόνο στους "δικούς" μας.


Υ.Γ1: Ο τίτλος του άρθρου είναι κλεμμένος από το πολύ προφητικό τραγούδι των Βαβυλώνα Βλακειάδα 2004, γραμμένο 15 χρόνια πριν. Τότε που πήραμε τους Ολυμπιακούς ντε. Τότε που η Gianna agglopoulou-daskalakis πανηγύριζε μαζί με τον Σημιταρά (κι εμείς με τα πλαστικά μας σημαιάκια) επειδή το αρχέω πνέβμα αθάνατω θα γύριζε στην Ελλάδα.

Υ.Γ2: Φάτε αρχέω πνέβμα αθάνατω τώρα να γουστάρετε.