Κυριακή, 16 Μαρτίου 2014

To σαμπουάν

Άνοιξε την πόρτα και βγήκε απ το σπίτι μουδιασμένος. Ο μεσημεριανός ήλιος τον τύφλωσε. Έψαξε το κεφάλι του μα τα γυαλιά του δεν ήταν εκεί. Είχε ήδη κατέβει τις σκάλες και δεν είχε κανένα σκοπό να ξανακάνει την διαδρομή μέχρι το διαμέρισμα του. Πήρε το δρόμο για την έβγα, ανάμεσα σε κόσμο που γύριζε ή πήγαινε στη δουλειά του. Δεν τον ένοιαζε που όλοι τον κοιτούσαν. Έφτασε και μπήκε μέσα σε κατάσταση παροξυσμού που επιτέλους θα έβρισκε κάτι να βρέξει το στόμα του. Άπραξε ένα μπουκάλι, πλήρωσε με τα χάλκινα και βγήκε σα σίφουνας. Είχε σβήσει πια το τσιγάρο, οι περαστικοί δεν τον κοιτούσαν. Άνοιξε την πόρτα της πολυκατοικίας και αρχικά κατευθύνθηκε προς το ασανσέρ για να συνειδητοποιήσει σύντομα ότι είναι χαλασμένο εδώ και μια εβδομάδα. Έσυρε το κορμί του με τις σκάλες για τέσσερις ορόφους. Φτάνοντας η ανάβαση είχε πάρει στο μυαλό του διαστάσεις έβερεστ και έτσι θεώρησε ότι του άξιζε η λιχουδιά που μόλις είχε αγοράσει. Άνοιξε το μπουκάλι και το έφερε στο στόμα του. Μονομιάς έφτυσε τα πάντα τριγύρω. Σάλια και φούσκες τρέχαν από το στόμα του.

“Όχι ρε πούστη, πάλι το σαμπουάν έπιασα”

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου