Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2014

Αντώνης Σαμαράς: Αγαπημένο μου Ημερολόγιο

Όταν ήμουν μικρός, με πολλά λεφτά και βαριά ψυχικά νοσήματα περιτριγυρισμένος γνώρισα ένα κόσμο μέσα απ τη γυάλα. Μόλις ξεκίνησα να βγαίνω λίγο απ τα βολικά μου, τεράστια πατομπούκαλα μου κόλλησαν στα μάτια (τα πιο ακριβά) να μην τυφλωθώ. Τα παιδιά στο σχολείο με κορόιδευαν για την βλακεία μου, αλλά εγώ κατάφερνα να γίνομαι ακόμη πιο απωθητικός με την υπεροψία μου. Το ήξερα από τότε πως δεν είχα ψυχή και μια μέρα θα τους πατούσα όλους αυτούς σαν τα μυρμήγκια. Με στείλανε στην Αμερική να σπουδάσω τα καλύτερα στα καλύτερα. Ανάθεμα κι αν καταλάβαινα μια πρόταση, μια φράση, μια λέξη. Είχαμε λεφτά και πληρώναμε, λεφτά με ουρά. Κάτι αυτό, κάτι που ψάχναν εκεί έξω ένα βλάκα να κάνει τη δουλειά τους αργότερα, μεγαλούργησα. Εγώ κι άλλος ένας. Αυτός που αλλάζει τις αλυσίδες των ποδηλάτων εν κινήσει.

Άνοιξα και πιτσαρία. Μεγάλη επιτυχία, η καλύτερη πίτσα της Μασαχουσέτης. Εκεί ανδρώθηκα, η πρώτη και τελευταία φορά που δούλεψα στη ζωή μου (βασικά κάτι σκυλάραπες δούλευαν, εγώ είχα βάλει τα λεφτά του μπαμπά). Τότε ήταν που επιτέλους αισθάνθηκα έτοιμος γι αυτό που με προόριζαν. Αρκετά γαλαζοαίματος και αρκετά ηλίθιος. Ο απαραίτητος συνδυασμός για να είσαι πρωθυπουργός.

Γύρισα στη χώρα μου με βαρύ το αίσθημα ευθύνης. Δεν ήξερα πως να το διαχειριστώ γι αυτό πήδηξα τη Βίσση μπας και λίγο χαλαρώσω. Δεν ήταν μόνο το αίσθημα ευθύνης για να τα λέμε όλα. Ήταν που τα ντόπια σκυλιά θελαν τη δουλειά μου για πάρτη τους. Αναγκάστηκα να πάω στη Νεα Δημοκρατία, μιας και ο Β' παγκόσμιος ήταν τότε κοντά και οι μνήμες του φασισμού δεν μου επέτρεπαν να βρεθώ κάπου που να έχω πραγματική ιδεολογική ταύτιση. Παρ ότι ξεκίνησα καλά και με υπουργεία την σταδιοδρομία μου, η απληστία μου με οδήγησε να προσπαθήσω να "φάω" τον όπως αποδείχθηκε απέθαντο και η τιμωρία μου ήταν 20 χρόνια πολιτικής εξορίας.

Για πολύ καιρό περίμενα. Έτρωγα, έξυνα τα παπάρια μου, περιφερόμουν στα γκαλά, έκανα διακοπές. Περίμενα. Περίμενα μέχρι να έρθει η στιγμή που το κριτήριο των Ελλήνων θα έχει πέσει τόσο που το πόσο επικίνδυνα κομπλεξικός και εξουσιολάγνος είμαι δεν θα ενοχλεί κανέναν. Ήμουν πια πολύ κοντά στο όνειρο μου. Θα γινόμουν πρωθυπουργός. Έστω Πρωθυπουργός πιόνι και εξυπηρετητής. Και γιατί όχι δηλαδή; Τίμια συναλλαγή. Μου έδωσαν αυτό που ήθελα και το ανταπέδωσα. Και να' μαι, Πρωθυπουργός. Μάγκας και νταής. Κανείς πια δεν μπορεί να με κοροϊδέψει ούτε να με πει άχρηστο γιατί θα του στείλω τα ΜΑΤ σπίτι του. Θα γαμήσω τους αδύναμους γιατί μου θυμίζουν τον εαυτό μου. Θα γαμήσω τους μετανάστες γιατί μου θυμίζουν τι μου συνέβαινε στην Αμερική στα γκέτο των Μαύρων. Θα τους γαμήσω όλους γιατί μπορώ.

Αγαπητό μου ημερολόγιο, στα γράφω αυτά λίγο πριν η κυβέρνηση μου πέσει και αρχίσουμε ένας ένας να γεμίζουμε τη μπουζού στην οποία βρίσκονται ήδη οι υπόλοιποι σύντροφοι. Δε με νοιάζει όμως πια, γιατί έγινα Πρωθυπουργός. Πραγματοποίησα το όνειρο μου. Πόσοι μπορούν να πουν το ίδιο άραγε..;

Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2014

Ο Ρωμανός η κοινή συνισταμένη των επιλογών μας

Τη νύχτα της 6ης Δεκεμβρίου 2008 φεύγοντας από τα Εξάρχεια, λίγα μόλις μέτρα από το μέρος που είχε δολοφονηθεί πριν μία ώρα ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος δεν είχα ιδέα τι είχε συμβεί. Και ακόμη περισσότερο δεν είχα ιδέα τι επρόκειτο να ακολουθήσει. Το ότι η Αθήνα καιγόταν για μέρες πριν αρχίσουν οι κρίσεις, τα μνημόνια και τα ΔΝΤ με αφορμή την δολοφονία ενός παιδιού από την ταχέως φασίζουσα αστυνομία ήταν το πρώτο ταρακούνημα για την Άρχουσα τάξη αλλά και για εμάς τους ίδιους. Είχε ξεκινήσει η αρχή του τέλους μιας κοινωνίας που στήθηκε και συντηρήθηκε με βασικό της πρόταγμα τον κανιβαλισμό ο οποίος επιτεύχθηκε μέσω της τεχνολογικής και αισθητικής λοβοτομής.

Πέρασαν δύο χρόνια από τότε για να έρθει η συνθήκη που θα πυροδοτούσε την έναρξη της ολικής αποσύνθεσης παρασύροντας όλες τις κοινωνικές ομάδες σε μια σπειροειδή πορεία προς τον πάτο της ανθρώπινης υπόστασης τους.

Η πορεία λίγο πολύ γνωστή. Αντιλαμβανόμενοι την απειλή κατά της ευημερία μας, της "ησυχίας" μας και τελικά της ζωής μας βρεθήκαμε μπροστά στη στιγμή που έπρεπε να επανεφεύρουμε την θέση μας στα πράγματα, χωρίς να διαθέτουμε φυσικά ίχνος ηθικής, λογικής, αισθητικής. Έννοιες που για τους περισσότερους από εμάς δεν είχαν καμία θέση στο κόσμο που είχε δημιουργηθεί τον τελευταίο αιώνα.

Μέσα στην διανοητική και ηθική ανεπάρκεια μας βρεθήκαμε τελικά με τα υλικά που διαθέταμε να πάρουμε θέση απέναντι σε ένα σύστημα που λειτουργεί σαν μηχανή του κιμά. Βάλαμε τους ναζί στο κοινοβούλιο, δεχθήκαμε αδιαμαρτύρητα την βία της κρατικής καταστολής απέναντι μας, ανεχτήκαμε να δημιουργηθούν στα χώματα μας τα γκουαντάναμο της Ευρώπης, χειροκροτήσαμε τους πνιγμούς των μεταναστών, υποστηρίξαμε ρατσιστικές δολοφονίες ημεδαπών και αλλοδαπών, κατευθύναμε την οργή μας στον διπλανό μας και ακόμη περισσότερο σε όποιον διπλανό μας αντιδρούσε. Αυτές και πολλές άλλες είναι οι επιλογές που κάναμε ως κοινωνία.

Σήμερα παρακολουθούμε ηδονικά από την τηλεόραση την πορεία ενός παιδιού προς το θάνατο μόνο και μόνο επειδή διάλεξε να διεκδικήσει το αυτονόητο. Έχοντας ξεπουλήσει το όποιο ίχνος αξιοπρέπειας μας έχει απομείνει κριτικάρουμε από την ασφάλεια ενός καναπέ τον οποίο ποτέ δεν αποχωριστήκαμε. Η υπόθεση του Ρωμανού δεικνύει σε όλο της το εύρος το μέγεθος της κοινωνικής μας αποσύνθεσης. Ένα παιδί έχει όνειρα και θέληση για ένα κόσμο πιο δίκαιο, η μπότα της καταστολής το συντρίβει και ο Έλληνας παρακολουθεί χαιρέκακα.

Το έχω ξαναγράψει και δυστυχώς επιβεβαιώνομαι κάθε φορά παρατηρώντας τα κοινωνικά αντανακλαστικά μας. Δεν είμαστε ζωντανοί που παλεύουμε για την ζωή μας. Είμαστε νεκροί και αυτό που ζούμε είναι η σκύλευση του πτώματος μας.